Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙ


Ένας ξύλινος κλόουν
Μια ξύλινη μαριονέτα
Το ξύλινο (σκέτο)



 Ξυλοποιώ και Ξυλοποιούμαι

Το Ξύλινο Ανθρωπάκι



 


Στίχοι:  
Γιώργος Μανιώτης
Μουσική:  
Στέρεο Νόβα



1.Σταμάτης Κραουνάκης



Είμαι ένα ξύλινο πλακέ ανθρωπάκι
έχω μια ξύλινη πλακέ γυναίκα
και δυο παιδάκια ζωηρά
που ξυλοποιούνται καθημερινά

τιρόμ τιρί τιρά

Ακόμη έχω ένα ξύλινο καρώ σακάκι
ένα ξύλινο ριγέ παντελόνι
ένα ξύλινο λευκό πουκάμισο
μία ξύλινη γραβάτα
ξύλινα παπουτσάκια
και πολλά πολλά μακρουλά ξύλινα ματάκια

τιρόμ τιρί τιρά

Δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω

τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά

Δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω

τιρά τιρί τιρόμ
τιρά τιρί τιρόμ

Διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα
διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα
διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα

Αχ, υγράνθηκα και πάλι!

Δουλειά σπίτι δουλειά
τιρόμ τιρί τιρά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλειά σπίτι δουλειά
τιρόμ τιρί τιρά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλειά σπίτι δουλειά
τιρόμ τιρί τιρά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλεύω δουλεύω δουλεύω
δουλειά σπίτι δουλειά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
και γκολ γκοοοολ!
γκολ γκολ γκολ γκολ γκολ γκολ
αχ αχ συγκινήθηκα και πάλι

Δουλειά σπίτι δουλειά
ξυλοποιούμαι και ξυλοποιώ
δουλειά σπίτι δουλειά
ξυλοποιούμαι και ξυλοποιώ
δουλειά σπίτι δουλειά
ξυλοποιούμαι και ξυλοποιώ
δουλειά σπίτι δουλειά
ξυλοποιούμαι και ξυλοποιώ
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
και αγοράζω αγοράζω αγοράζω αγοράζω
αχ ξεχάστηκα και πάλι

τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά

δουλειά σπίτι δουλειά
διακοπές γήπεδο αγορές
δουλειά σπίτι δουλειά
διακοπές γήπεδο αγορές
δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλειά σπίτι δουλειά δουλεύω
διακοπές γήπεδο αγορές
δουλειά σπίτι δουλειά ξυλοποιούμαι
διακοπές γήπεδο αγορές απολαμβάνω!
δουλειά σπίτι δουλειά
διακοπές γήπεδο αγορές
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά

Διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα
διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα
διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα
διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα είμαι ένα ξύλινο πλακέ ανθρωπάκι
αγοράζω αγοράζω αγοράζω έχω μια ξύλινη πλακέ γυναίκα
αγοράζω αγοράζω αγοράζω αγοράζω και δυο παιδάκια ζωηρά
που ξυλοποιούνται

Δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά διακοπές γήπεδο αγορές
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά διακοπές γήπεδο αγορές
δουλειά σπίτι δουλειά
διακοπές στο βουνό, διακοπές...

και θάνατος
και θάνατος αγοράζω

γκολ! γκολ γκολ!

αχ! η καρδιά μου
πεθαίνω
συγχωρέστε με
για να με αγαπούν
για να με λογαριάζουν
για να επιζήσω
ξυλοποιήθηκα και ξυλοποιούσα

τιρόμ τιρί τιρά

Το όνειρό του ήταν να γίνει σιδερένιος

 _____

Κάτι μου φαίνεται λάθος εδώ.
Μα σιδερένιος;
Γιατί σιδερένιος; Άτρωτος;

Ένιωσα, έτσι, μια στεναχώρια...

Αφού γεννήθηκε ξύλινος, τι να κάνουμε τώρα, γιατί να μην μπορεί να αγαπήσει τον εαυτό του όπως είναι; Γιατί να μην αναζητήσει ή έστω να δημιουργήσει πλεονεκτήματα του ξύλου έναντι σε κάθε μορφής "σιδερικό" που μπορεί να προκύψει;

Δεν ξέρω αλλά με ενόχλησε αυτό το όνειρο.
Περίεργο, δε θυμάμαι να έχω νιώσω άλλοτε, δυσαρέσκεια τέτοια.

Θα μπορούσα κάλλιστα, κάποτε, να το θαυμάσω τούτο το όνειρο, έστω να το κατανοήσω, πλέον όχι όμως, δεν μπορώ. 

Εξαλουθώ να πιστεύω πως είναι ευλογημένος που κατέχει θέση από ξύλο. Βάση, συμβολισμός, επεξεργασία. 
Ξυλοποιώ και ξυλοποιούμαι και μυρίζει γη.

Ο Πινόκιο.
Ο Πινόκιο δεν θα ήταν διαχρονικός αν δεν ήταν από ξύλο.

Θα το διορθώσω κάποτε αυτό:


Το όνειρό του, θα είναι, να θέλει να παραμείνει από ξύλο....

  
___________________________
 


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν … - Ένας βασιλιάς, θα μου πουν οι μικροί μου αναγνώστες. – Όχι, παιδιά, κάνατε λάθος. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κομμάτι ξύλο. Δεν ήταν κανένα ξύλο πολυτελείας. Ένα απλό κούτσουρο ήτανε, από εκείνα που βάζουμε το χειμώνα στις σόμπες και στα τζάκια για να ανάψουμε τη φωτιά και να ζεστάνουμε τα δωμάτια.  

(Κάρλο Κολόντι, 1987: 7)

 
Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν ήταν ένα απλό κούτσουρο που έκρυβε ένα παράξενο θαυμαστό ξύλινο παιδάκι. Ένα απλό κούτσουρο ήταν ο Πινόκιο στην αρχή, προορισμένο να γίνει ένα πόδι για το τραπεζάκι του μαστρο-Κεράση. Αυτό το κούτσουρο παίρνει ο μαστρο-Τζεπέτο για να φτιάξει μια «μαριονέτα θαυμαστή, που να χορεύει, να παίζει ξιφομαχία και να κάνει θανάσιμα σάλτα». Ο Τζεπέτο σκαρώνει τη μαριονέτα του. Μια μαριονέτα χωρίς τα σκοινιά της να την καθοδηγούν, χωρίς δεσμούς να τη (συγ)κρατούν. Ένα ξύλινο κούκλο τελικά «που έκλαιγε και γελούσε σαν παιδί», και που εξασκούσε όλες τις ευγενείς τέχνες που αρέσουν στα παιδιά: κοροϊδεύει τον Τζεπέτο και του βγάζει τη γλώσσα πριν ακόμη αυτός του φτιάξει το στόμα, αρπάζει την περούκα του πριν καλά-καλά του φτιάξει τα χέρια. Κλωτσάει και ξεφεύγει από τα χέρια του δημιουργού του πριν λαξευτούν τα ξύλινα πόδια του, χτυπώντας τα και κάνοντας «ένα σαματά σαν είκοσι ζευγάρια χωριάτικα παπούτσια». Και πετιέται στο δρόμο αυτό το ξύλινο παιδάκι με το ξύλινο κεφάλι. Εκεί, στο δρόμο, που είναι γεμάτος πειρασμούς, μακριά από τον Τζεπέτο που τον «σκάλισε» με αγάπη και φροντίδα, κατεργάρης και ανυπάκουος, γεμάτος όρεξη να μάθει τη ζωή και να χαρεί την ελευθερία του, θα περάσει σταυροδρόμια κι ανηφόρες. Θα συναντήσει πρόσωπα ζωγραφισμένα με αγάπη και σοφία. Θα σκοντάψει πάνω σε σκοτεινές και ύπουλες φιγούρες, θα πέσει στους σκληρούς νόμους της ζωής, θα σπάσει πολλές φορές το κεφάλι του, αυτό το ξύλινο ξερό κεφάλι. Κι όλοι όσους συναντήσει, ανεξάρτητα από την πρόθεσή τους, κάτι θέλουν να του διδάξουν. Κάθε του βήμα και μια διδασκαλία, κάθε συνάντηση και μια τιμωρία. Αλλά το πάθημα θ’ αργήσει να γίνει μάθημα. Γιατί ο Πινόκιο θέλει να χαρεί την αυτονομία του, να ικανοποιήσει την περιέργεια του. Τον έλκει η εύκολη και γλυκιά ζωή, η καλοπέραση ή, για να το πούμε με τα λόγια του Πινόκιο:



Απόλες τις τέχνες του κόσμου, μονάχα μια είναι που μου ανοίγει την καρδιά […] Να τρώω, να πίνω, να κοιμάμαι, να σπάω πλάκα και να κάνω απ’ το πρωί ως το βράδυ αλήτικη ζωή. (Κάρλο Κολόντι, 1987: 20).



 "Όμως η ύλη από την οποία φτιάχτηκε ο Πινόκιο ήταν το ξύλο: «ένα κομμάτι ξύλο που έκλαιγε και γελούσε σαν παιδί".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΕΚΦΡΑΣΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ