Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΞΥΛΙΝΟ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙ


Ένας ξύλινος κλόουν
Μια ξύλινη μαριονέτα
Το ξύλινο (σκέτο)



 Ξυλοποιώ και Ξυλοποιούμαι

Το Ξύλινο Ανθρωπάκι



 


Στίχοι:  
Γιώργος Μανιώτης
Μουσική:  
Στέρεο Νόβα



1.Σταμάτης Κραουνάκης



Είμαι ένα ξύλινο πλακέ ανθρωπάκι
έχω μια ξύλινη πλακέ γυναίκα
και δυο παιδάκια ζωηρά
που ξυλοποιούνται καθημερινά

τιρόμ τιρί τιρά

Ακόμη έχω ένα ξύλινο καρώ σακάκι
ένα ξύλινο ριγέ παντελόνι
ένα ξύλινο λευκό πουκάμισο
μία ξύλινη γραβάτα
ξύλινα παπουτσάκια
και πολλά πολλά μακρουλά ξύλινα ματάκια

τιρόμ τιρί τιρά

Δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω

τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά

Δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω

τιρά τιρί τιρόμ
τιρά τιρί τιρόμ

Διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα
διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα
διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα

Αχ, υγράνθηκα και πάλι!

Δουλειά σπίτι δουλειά
τιρόμ τιρί τιρά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλειά σπίτι δουλειά
τιρόμ τιρί τιρά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλειά σπίτι δουλειά
τιρόμ τιρί τιρά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλεύω δουλεύω δουλεύω
δουλειά σπίτι δουλειά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
και γκολ γκοοοολ!
γκολ γκολ γκολ γκολ γκολ γκολ
αχ αχ συγκινήθηκα και πάλι

Δουλειά σπίτι δουλειά
ξυλοποιούμαι και ξυλοποιώ
δουλειά σπίτι δουλειά
ξυλοποιούμαι και ξυλοποιώ
δουλειά σπίτι δουλειά
ξυλοποιούμαι και ξυλοποιώ
δουλειά σπίτι δουλειά
ξυλοποιούμαι και ξυλοποιώ
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
και αγοράζω αγοράζω αγοράζω αγοράζω
αχ ξεχάστηκα και πάλι

τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά
τιρόμ τιρί τιρά

δουλειά σπίτι δουλειά
διακοπές γήπεδο αγορές
δουλειά σπίτι δουλειά
διακοπές γήπεδο αγορές
δουλεύω ξυλοποιούμαι απολαμβάνω
δουλειά σπίτι δουλειά δουλεύω
διακοπές γήπεδο αγορές
δουλειά σπίτι δουλειά ξυλοποιούμαι
διακοπές γήπεδο αγορές απολαμβάνω!
δουλειά σπίτι δουλειά
διακοπές γήπεδο αγορές
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά

Διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα
διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα
διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα
διακοπές στο βουνό, διακοπές στη θάλασσα είμαι ένα ξύλινο πλακέ ανθρωπάκι
αγοράζω αγοράζω αγοράζω έχω μια ξύλινη πλακέ γυναίκα
αγοράζω αγοράζω αγοράζω αγοράζω και δυο παιδάκια ζωηρά
που ξυλοποιούνται

Δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά διακοπές γήπεδο αγορές
δουλειά σπίτι δουλειά
δουλειά σπίτι δουλειά διακοπές γήπεδο αγορές
δουλειά σπίτι δουλειά
διακοπές στο βουνό, διακοπές...

και θάνατος
και θάνατος αγοράζω

γκολ! γκολ γκολ!

αχ! η καρδιά μου
πεθαίνω
συγχωρέστε με
για να με αγαπούν
για να με λογαριάζουν
για να επιζήσω
ξυλοποιήθηκα και ξυλοποιούσα

τιρόμ τιρί τιρά

Το όνειρό του ήταν να γίνει σιδερένιος

 _____

Κάτι μου φαίνεται λάθος εδώ.
Μα σιδερένιος;
Γιατί σιδερένιος; Άτρωτος;

Ένιωσα, έτσι, μια στεναχώρια...

Αφού γεννήθηκε ξύλινος, τι να κάνουμε τώρα, γιατί να μην μπορεί να αγαπήσει τον εαυτό του όπως είναι; Γιατί να μην αναζητήσει ή έστω να δημιουργήσει πλεονεκτήματα του ξύλου έναντι σε κάθε μορφής "σιδερικό" που μπορεί να προκύψει;

Δεν ξέρω αλλά με ενόχλησε αυτό το όνειρο.
Περίεργο, δε θυμάμαι να έχω νιώσω άλλοτε, δυσαρέσκεια τέτοια.

Θα μπορούσα κάλλιστα, κάποτε, να το θαυμάσω τούτο το όνειρο, έστω να το κατανοήσω, πλέον όχι όμως, δεν μπορώ. 

Εξαλουθώ να πιστεύω πως είναι ευλογημένος που κατέχει θέση από ξύλο. Βάση, συμβολισμός, επεξεργασία. 
Ξυλοποιώ και ξυλοποιούμαι και μυρίζει γη.

Ο Πινόκιο.
Ο Πινόκιο δεν θα ήταν διαχρονικός αν δεν ήταν από ξύλο.

Θα το διορθώσω κάποτε αυτό:


Το όνειρό του, θα είναι, να θέλει να παραμείνει από ξύλο....

  
___________________________
 


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν … - Ένας βασιλιάς, θα μου πουν οι μικροί μου αναγνώστες. – Όχι, παιδιά, κάνατε λάθος. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κομμάτι ξύλο. Δεν ήταν κανένα ξύλο πολυτελείας. Ένα απλό κούτσουρο ήτανε, από εκείνα που βάζουμε το χειμώνα στις σόμπες και στα τζάκια για να ανάψουμε τη φωτιά και να ζεστάνουμε τα δωμάτια.  

(Κάρλο Κολόντι, 1987: 7)

 
Μια φορά κι έναν καιρό λοιπόν ήταν ένα απλό κούτσουρο που έκρυβε ένα παράξενο θαυμαστό ξύλινο παιδάκι. Ένα απλό κούτσουρο ήταν ο Πινόκιο στην αρχή, προορισμένο να γίνει ένα πόδι για το τραπεζάκι του μαστρο-Κεράση. Αυτό το κούτσουρο παίρνει ο μαστρο-Τζεπέτο για να φτιάξει μια «μαριονέτα θαυμαστή, που να χορεύει, να παίζει ξιφομαχία και να κάνει θανάσιμα σάλτα». Ο Τζεπέτο σκαρώνει τη μαριονέτα του. Μια μαριονέτα χωρίς τα σκοινιά της να την καθοδηγούν, χωρίς δεσμούς να τη (συγ)κρατούν. Ένα ξύλινο κούκλο τελικά «που έκλαιγε και γελούσε σαν παιδί», και που εξασκούσε όλες τις ευγενείς τέχνες που αρέσουν στα παιδιά: κοροϊδεύει τον Τζεπέτο και του βγάζει τη γλώσσα πριν ακόμη αυτός του φτιάξει το στόμα, αρπάζει την περούκα του πριν καλά-καλά του φτιάξει τα χέρια. Κλωτσάει και ξεφεύγει από τα χέρια του δημιουργού του πριν λαξευτούν τα ξύλινα πόδια του, χτυπώντας τα και κάνοντας «ένα σαματά σαν είκοσι ζευγάρια χωριάτικα παπούτσια». Και πετιέται στο δρόμο αυτό το ξύλινο παιδάκι με το ξύλινο κεφάλι. Εκεί, στο δρόμο, που είναι γεμάτος πειρασμούς, μακριά από τον Τζεπέτο που τον «σκάλισε» με αγάπη και φροντίδα, κατεργάρης και ανυπάκουος, γεμάτος όρεξη να μάθει τη ζωή και να χαρεί την ελευθερία του, θα περάσει σταυροδρόμια κι ανηφόρες. Θα συναντήσει πρόσωπα ζωγραφισμένα με αγάπη και σοφία. Θα σκοντάψει πάνω σε σκοτεινές και ύπουλες φιγούρες, θα πέσει στους σκληρούς νόμους της ζωής, θα σπάσει πολλές φορές το κεφάλι του, αυτό το ξύλινο ξερό κεφάλι. Κι όλοι όσους συναντήσει, ανεξάρτητα από την πρόθεσή τους, κάτι θέλουν να του διδάξουν. Κάθε του βήμα και μια διδασκαλία, κάθε συνάντηση και μια τιμωρία. Αλλά το πάθημα θ’ αργήσει να γίνει μάθημα. Γιατί ο Πινόκιο θέλει να χαρεί την αυτονομία του, να ικανοποιήσει την περιέργεια του. Τον έλκει η εύκολη και γλυκιά ζωή, η καλοπέραση ή, για να το πούμε με τα λόγια του Πινόκιο:



Απόλες τις τέχνες του κόσμου, μονάχα μια είναι που μου ανοίγει την καρδιά […] Να τρώω, να πίνω, να κοιμάμαι, να σπάω πλάκα και να κάνω απ’ το πρωί ως το βράδυ αλήτικη ζωή. (Κάρλο Κολόντι, 1987: 20).



 "Όμως η ύλη από την οποία φτιάχτηκε ο Πινόκιο ήταν το ξύλο: «ένα κομμάτι ξύλο που έκλαιγε και γελούσε σαν παιδί".

"Γιώργη, μη με ξεχάσεις", μου φώναξε.


Εκφραστικοί μου, καλημέρα.
Ελπίζω να σας βρίσκω καλά.

Σήμερα, θα σας μιλήσω - παρουσιάσω, ένα βιβλίο, μία αυτοβιογραφία (μαρτυρία) ενός ανθρώπου που δεν γνώριζα, μα πλέον νιώθω πως γνωρίζω τόσο...

Είναι ένας από τους ήρωες και μαζί του, προσέγγισα και άλλους συντρόφους του.
Ήρθα κοντά τους σε έναν άλλο κόσμο που σε πολλά σημεία μου έμοιαζε τόσο ίδιος με τον σημερινό.
Υπό άλλης μορφής, μα ίδιας, σε βάθος, ιδιοσυγκρασίας.

Το συγκεκριμένο βιβλίο, μου κράτησε συντροφιά τις μέρες που επέλεξα να απομονωθώ στην άδειά μου και με συγκεντρωμένο το μυαλό και προσηλωμένες, εκεί, όλες μου τις αισθήσεις, έσκυψα πάνω του και ευλαβικά ταξίδεψα σε αυτόν τον άγνωστο μα τόσο γνωστικό μας κόσμο.

Ιστορία!
Παρελθόν, παρόν και μέλλον
Γιατί δεν ξεχνάμε, αυτό δε θα ήταν δυνατόν.

Μη με ξεχάσεις, του Γιώργη Κάβουρα.
Ένα βιβλίο που είχν την τύχη και συνάμα την τιμή να παραλάβω υπογεγραμμένο από την ίδιο τον συγγραφέα. Ένα βιβλίο που κέρδισα μέσω της Μαριλένας μας που η συμβολή της, όπως σε πολλά αξιόλογα και αξιοθαύμαστα έργα είναι καθοριστική. Ένα βιβλίο που κατά ένα περίεργο τρόπο ήξερα απο πριν πως θα το αποκτήσω. Το ένιωθα απλώς δεν περίμενα πως θα το αποκτούσα τόσο άμεσα.

"Γιώργη, μη με ξεχάσεις", μου φώναξε. Ακόμα ακούω τη φωνή του.

 

Είναι φρικτό να ζεις τα νιάτα σου με προσκέφαλο ένα όπλο.

Είναι φρικτό να έχεις ως ανταπόδοση μεγάλων αγώνων διώξεις, φυλακές και εξορίες.
Είναι εγκληματικό να μην μπορείς να ονειρευτείς στα 17 αλλά ούτε στα 27 σου χρόνια.

-- Γιώργης Κάβουρας, Μη με ξεχάσεις
Εκδόσεις Αλφειός, Σειρά: Μαρτυρίες




Όπως προείπα,είχα την τιμή και χαρά να παραλάβω, υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον συγγραφέα, 93 χρόνων παρακαλώ, με την παρότρυνσή του να το μοιραστώ με νεότερο κόσμο και να διαδοθεί η ιστορία του, η ιστορία μας.

Δεν είμαι άτομο που θα διατυμπανίσει τις γνώσεις του, την ιστορία της πατρίδας μου όμως την ξέρω και την ξέρω καλά, από πολλές απόψεις και πτυχές. Μονοδιάστατη ιστορία δεν μπορείς να μαθαίνεις.

Τούτο το βιβλίο δεν με ταξίδεψε απλώς, δε μου επανέλαβε την ιστορία, μου δίδαξε πράγματα πιο εσωτερικά που δεν γνώριζα μιας και οι περιγραφές ήταν άκρως κατατοπιστικές. Τούτο το βιβλίο, με πήρε από το χέρι, με ανέβασε στα βουνά των Ανταρτών, είδα το πάθος των ανθρώπων για Ελευθερία, την αγάπη τους για τους συντρόφους τους, τους φόβους, τα όνειρά τους, τις ελπίδες και τα μεγάλα αποθέματα ψυχικής και σωματικής τους δύναμης παρόλες τις κακουχίες που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν.

Είδα το πάθος τους για τον αγώνα, το σθένος τους για την πατρίδα μας και την προδοσία που υπέστησαν και τόσο πολύ πονά.
Τα μάτια μου και ο νους μου είδαν πολλά και τα συγκράτησαν όλα. Γέμισα με πολλαπλά συναισθήματα, κυρίως με οργή για τους ανθρώπους που δεν σεβάστηκαν τους ανθρώπους. Σκληρός ο πόλεμος μα ο εμφύλιος άκαρδος. Άνθρωποι - τέρατα, ως άλλος Κάιν να σκοτώνει τον Άβελ, και ακόμη και μετά θάνατον να τσαλαπατά την ανθρώπινη διάσταση και υπόληψή του. Το ήξερα πως οι άνθρωποι ήταν άγρια ζώα από τότε, από την πρώτη ανθρωποκτονία και αδελφοκτονία, παράλληλα. Το ήξερα πως θα παραμείνουν ανά τους αιώνες. Ξέρω όμως πως πάντα υπάρχει και η άλλη πλευρά, ο πραγματικός Άνθρωπος και ο κάθε αφανής ή ένδοξος ήρωας και Σωτήρας. Λίγοι έναντι των πολλών μα δυνατοί, όσο ο παλμός της καρδιάς μας. Κι αυτός ο παλμός ανήκει σε όλους μας.

" Μη με ξεχάσεις", ο τίτλος και δεν θα σας ξεχάσουμε λοιπόν.

Ευχαριστώ πολύ τον Κο Γιώργη Κάβουρα, τον γιο του Κο Τάσο Κάβουρα και την Μαρία Ελένη Φραγκιαδάκη για το πολύτιμο βιβλίο αυτό!

               

Κράτησα, ως ειδική αναφορά για το τέλος, τα ποιήματα που έγραψαν για τον συγγραφέα, ο γιός του, κος Τάσος Κάβουρας και οι δικές μας αγαπημένες,  Μαρία Κανελλάκη, Αριστέα Κουτά και δύο ποιήματα από την Ελένη Γιαννάκαρη. Πολύτιμη και βαθιά συναισθηματική στιγμή η ανάγνωσή τους από εμένα. 

Συγχαρητήρια σε όλους για το συνολικό αποτέλεσμα. Καθείς με το λιθαράκι του. 

Καλοτάξιδο να είναι και εύχομαι πολλά ακόμη, θα ήταν χαρά, για όλους μας. 

  

                      
                                                                                       Μην τους ξεχάσετε....

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

ΓΑΛΑΖΙΟΙ ΘΟΛΟΙ

 
 
Μου περιέγραψες την φιλία σαν μία ολισθηρή δύναμη
μα ήταν ένα νεκρικό δέσιμο μιας αδυσώπητης, κραυγαλέας σιωπής.
Και είδα δυο μάτια, νεκρά, που γυάλιζαν,
γαλάζιοι θόλοι τα φιλούσαν

Άκουσα έναν φίλο, στο δίπλα δωμάτιο να αγκομαχά 
μα δεν ήξερα πως ήταν στρατιώτης που φύλαγε σκοπιά σε ένα πέτρινο ακρογιάλι.

Σύνδεσα αχαρτογράφητους χάρτες για να βρω
το ένοχο μυστικό της ηχηρής σιωπής
Το σμίξιμο ματιών και σκέψεων που ενώνονται
λες και μια αόρατη κλωστή το πέμπτο, ένοχο, μυστικό σκεπάζει.

Ήσουν το δόρυ που έκλεψα
και ο ψαράς που πριν χρόνια, μειλίχια, κυνηγούσα.
Ήσουν ο τύπος που μοιράστηκα την τσίχλα μου,
που δάνεισα, την βρεφική μου πάνα.

Θυμάμαι τις ασπρόμαυρες μορφές μας, στην παιδική χαρά.
Στην τραμπάλα, να με αφήσεις να ανέβω, εκλιπαρούσα.
Κι όταν ανέβαινα ψηλά, εσκεμμένα, να αργήσω να κατέβω 
- με ταλαιπωρούσες.

Σε φωνάζω, σαν κοράκι που πενθεί, σε φωνάζω.
Τριγύρω η ματιά μου αρπαχτικό, να «κλέψω» τον καλύτερο μου φίλο.

Θάβω, 
με τα νύχια μου σκάβω και θάβω την σκισμένη, λευκή σου μπλούζα.

Θάβω, 
Και σε φωνάζω

Σε φωνάζω, σαν κοράκι που πενθεί, σε φωνάζω

Αποκάλεσέ με με το όνομά μου, θέλω από τα χείλη σου να το ακούσω.

Η φιλία είναι δύναμη. 
Τον χρησμό, εσύ, πρώτος,
Μου έδωσες 

Ήχησε την λύρα σου.
Οι σάλπιγγες «έρχονται»
 
 
~~ Ήταν η συμμετοχή μου στο 17ο Συμπόσιο Ποίησης από την Αριστέα μας,  με πρωταγωνιστή τη φιλία, που για εμένα ανέρχεται σε κάτι πραγματικά ιερό.

Συγχαρητήρια στη Μαρία μας για την νίκη, πάντα καλότυχη η Μαρίνα μας για την κλήρωση του δώρου, μπράβο στην Αριστέα για την άρτια διοργάνωση - φιλοξενία και πολλά συγχαρητήρια και επιβραβεύσεις σε όλους τους συμμετέχοντες, που για ακόμη μία φορά, κατέθεσαν κάτι πολύτιμα ουσιαστικό από την ψυχή τους.

Ήθελα να γράψω περισσότερα για τις άλλες συμμετοχές, να φανερώσω και τους δικούς μου αγαπημένους στίχους που ξεχώρισα από τις καταθέσεις τους, μα πραγματικά, στη παρούσα φάση, μου είναι αδύνατον. 

Να περνάτε όμορφα εκφραστικοί και να προσέχετε τους εαυτούς σας!

Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΌΝΕΙΡΟ ΠΟΥ ΈΠΛΑΣΑ


Eπειδή σε ονειρεύτηκα #AL
Κι ήσουν ξανθός, με σκυθρωπό πρόσωπο, λευκή επιδερμίδα
Φορούσες μια ξεθιωριασμένη, γκρι μπλούζα κι ήσουν γαλήνιος.

Περίεργο, ήσουν γαλήνιος
Μπορεί και να μου χαμογέλασες κιόλας, δεν θυμάμαι.



 

Emotional Dark Music - The Eternal Forest 

 

 

ήσουν το όνειρο που έπλασα 

κι εκεί να παραμείνεις 

 

«Μια τελική συνάντηση μες στων αλλεπαλλήλων
Άδειων νυκτών τη στείρα διαδοχή
(Όχι συμπτωματικά ούτε τυχαία)
Μια συνάντηση — στην άβατο διάβαση πέρασμα
Απ’ του μυαλού πέρα τ’ αταίριαστα διδάγματα
Όταν οι άλλοι σιτίζονται με ράκη προσευχής
Νοσταλγούν εσχατιές φανταστικών επιλύσεων
Εκθέτουν σε σχήματα ασελγή των σωμάτων
Την ασταθή βεβαιότητα μιας νοσηρής υγείας.
Μια συνάντηση —όχι τυχαία— επινόηση
Θανάτου χωρίς αργύριο υποταγής
Στην άγρια νύχτα που καλπάζει σ’ ένα αιώνιο
Απαράβατο, πριν και μετά, Καθορισμένο.»


- Μανόλης Αναγνωστάκης, «Μια τελική συνάντηση»

  (Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, εκδ. Νεφέλη)

TO ΠΑΡΚΟ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ


Εκφραστικοί μου, καλημέρα.
Για σήμερα, σας έχω ένα θέμα, που πιστεύω πως θα το βρείτε άκρως ενδιαφέρον.

Συνάντησα στο διαδίκτυο την εικόνα που ακολουθεί και μου θύμισε (σαν γραφική ιδέα περισσότερο) μία αντίστοιχη, που είχα ανεβάσει πριν καιρό, αναφερόμενη στον "Παφλασμό των Κυμάτων". Θέλοντας όμως να ενημερωθώ σχετικά και να μάθω από που ακριβώς προέρχεται βρήκα τις ακόλουθες πληροφορίες και τις μοιράζομαι μαζί σας διότι είμαι σίγουρη πως θα τις απολαύσετε στο έπακρον.



Εκεί ψηλά στην κορυφή της Πάρνηθας, ανάμεσα σε καμένους κορμούς δέντρων και μία φύση που παλεύει να ξαναφυτρώσει, υπάρχει ένα πάρκο διαφορετικό από τα άλλα. Δεν έχει κούνιες, ούτε τραμπάλες. Δεν θα δείτε τσουλήθρες ούτε θα ακούσετε παιδικές φωνές να γεμίζουν το χώρο. Αυτό το πάρκο δεν είναι για παιχνίδι, είναι για νοσταλγία για μνήμη.


Πρόκειται για το έργο του δασικού υπαλλήλου Σπύρου Ντασιώτη και υπάρχει εκεί εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο. Στέκεται απέναντι από το εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο «Ξενία». Ένα κτήριο που λίγοι θα θυμούνται ότι η αρχική του χρήση ήταν να λειτουργήσει ως σανατόριο από το 1912 και για τα επόμενα 30 χρόνια.
Ένα σανατόριο για ασθενείς με φυματίωση που νοσηλεύονταν εκεί, κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά, στην κορυφή του όρους.
Εκατοντάδες άνθρωποι άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή και αυτούς ακριβώς θέλει να τιμήσει το συγκεκριμένο πάρκο.

Η δημιουργία του Σανατορίου έγινε τον Μάιο του 1912 από την διοίκηση του νοσοκομείου Ευαγγελισμός που αποφασίζει τότε την ίδρυση του και τη λειτουργία του ως ορεινό αντιφυματικό περίπτερο-θεραπευτήριο. (Είναι γνωστό ότι το κλίμα της Πάρνηθας ήταν πολύ καλό για τους φυματικούς λόγω του καθαρού αέρα ). Στο σανατόριο θα καταλήξουν πολλοί Αθηναίοι φυματικοί καθώς και δεκάδες άνθρωποι από άλλες πόλεις της Ελλάδας που κατέφθαναν και κατασκήνωναν έξω από τις εγκαταστάσεις του μην μπορώντας να πληρώσουν τα νοσήλια που ήταν από 300 έως 480 δραχμές μηνιαίως. Από το 1929 έως το 1938, υπολογίζεται πως στην Ελλάδα πέθαναν σχεδόν 100.000 άνθρωποι από φυματίωση.
Η πείνα και οι κακουχίες που ήρθαν με τον πόλεμο προκάλεσαν έξαρση της ασθένειας. Αν και οι πληροφορίες για τα ιατρικά στατιστικά της εποχής είναι ελάχιστες υπάρχουν αναφορές πως μεταξύ του 1941 και 1943, 18.000 φυματικοί χάνουν τη μάχη με τη νόσο, μόνο στην Αθήνα και τον Πειραιά.


Η αίσθηση που αποπνέει στον επισκέπτη είναι σίγουρα βαριά, ακόμα και στον καθαρό αέρα που έχει η κορυφή της Πάρνηθας. Παρόλα αυτά όποιος και να περπατήσει ανάμεσα στα φτιαγμένα από καμένους κορμούς έργα τέχνης δεν μπορεί παρά να συλλογιστεί συνοφρυωμένος τα όσα θα έχουν διαδραματιστεί λίγες δεκάδες μέτρα πιο πέρα στους τοίχους του εγκαταλελειμμένου σανατορίου.


Στο Σανατόριο θα νοσηλευτεί και ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος από τον Οκτώβριο του 1937 ως τον Απρίλιο του 1938. Παρά τη νοσηλεία του, ο Γιάννης Ρίτσος δεν θεραπεύθηκε, αλλά κατά την παραμονή του εκεί έγραψε τρία έργα: «Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα» (1937), «Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού» (1938, αφιερωμένο στο Βασίλη Ρώτα), «Εαρινή Συμφωνία» (1938).

Θέλοντας να βρω πληροφορίες για τον κο Σπύρο Νησιώτη, βρήκα μία συνέντευξη που έδωσε με αρκετό φωτογραφικό υλικό από το σαιτ που τον φιλοξενεί. Εδώ:  http://www.tlife.gr/news/77/Episkepsi-sto-Parko-ton-PSyxon-O-kallitexnis-poy-to-empneystike-milaei-sto-TLIFE/0-100531 σας δίνω το απαραίτητο λινκ για να δείτε και να διαβάσετε. 

Ακόμη, σας έχω ένα άλλο λινκ που μπορείτε να μάθετε περισσότερα για το σανατόριο, μιας και τα άλλα λινκ αναφέρονται περισσότερο στο πάρκο που βρίσκεται απέναντί του.  Διαθέτει μάλιστα αρκετό φωτογραφικό υλικό και βίντεο: http://www.eleftherostypos.gr/istories/43793-sta-adyta-toy-parkou-ton-psyxon-kai-tou-stoixeiomenou-sanatoriou-stin-parnitha/

Και θα κλείσω φυσικά, με απόσπασμα από την Εαρινή συμφωνία του Γιάννη Ρίτσου, που όμως είπαμε την εμπνεύστηκε κατά τη διαμονή του εκεί.


Αγάπη, αγάπη,
δε μού ‘χες φέρει εμένα
μήτ’ ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.

Νήστης γυμνός και αδάκρυτος
περιφερόμουν στα όρη
και τ’ ανένδοτα μάτια μου στύλωνα
στους ουρανούς
γυρεύοντας την αμοιβή μου
απ’ τη σιωπή και το τραγούδι.

Τα τρυφερά λυκόφωτα
οι πράες καμπύλες των βουνών
και τα λαμπρά βράδια του θέρους
με ρωτούσανε που είσαι, ω αγάπη.

Μα εγώ δεν είχα τι ν’ αποκριθώ
κι έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου.

Οι ωχρές αυγές
ακουμπούσαν στο περβάζι μου
το διάφανο πηγούνι τους
κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο
τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια
και με κοιτούσαν με πικρία
ζητώντας ν’ απολογηθώ.

Τι ν’ απαντήσω, αγάπη;
Και δρασκελούσα το κατώφλι
τίναζα τα κατάμαυρα μαλλιά μου μες στο φως
και τραγουδούσα πλατιά στους ανέμους
το τραγούδι του «αδέσμευτου».

Πεισμωμένος χλωμός κι ακατάδεχτος
κοιτούσα τον κόσμο και κραύγαζα:
«Δεν έχω τίποτα
δικά μου είναι τα πάντα».

Κι όμως μια παιδική φωνή
επίμονα έκλαιγε βαθιά μου
γιατί δεν είχες έλθει, αγάπη.

Τις νύχτες του έαρος
που η γύρη των άστρων
και των λουλουδιών
αγρυπνούσε στο δέρμα μου
μια λυπημένη ανταύγεια
σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
γιατί αργούσες νά ‘ρθεις, αγάπη.

Γι’ αυτό κι οι πιο λαμπροί μου στίχοι
είχαν κρυμμένο στην καρδιά τους
ενός λυγμού το τρεμοσάλεμα
γιατί έλειπες απ’ την καρδιά μου, αγάπη.

Όταν περιπλανιόμουν
στην ερημία του φθινοπώρου
στα γυμνά δάση
ζητώντας με σφιγμένα δάχτυλα
τον ήλιο που έφευγε χλωμός
πάνω απ’ τις παγωμένες λίμνες
εσένα ζητούσα, ω αγάπη.

Κι όταν ακόμη επέστρεφα
την όψη μου απ’ τη γη
και τρυπούσα με πύρινα βλέμματα
τα τείχη της νύχτας
ήταν γιατί δεν ήθελα να κλάψω
που δε με συλλογίστηκες, αγάπη.

Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα.

Εσένα περιμένοντας
γέμισα τους κήπους μου
με λευκούς κρίνους
για να βυθίζεις τις κνήμες σου
αυτά τα βράδια τ’ αργυρά
που η σελήνη ραντίζει με δρόσο
τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.

Για σένα, αγάπη, ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά
ήταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα νά ‘βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω
μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
ω αγάπη.


Mία παλαιότερή μου ανάρτηση, μοιάζει σε θεματολογία, που πιστεύω θα σας ενδιαφέρει εξίσου, μπορείτε να διαβάσετε εδώ:  http://ekfrastite.blogspot.gr/2015/11/dance-me-to-end-of-love.html


Καλή συνέχεια, εκφραστικοί. 

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΑΞΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΑΙΜΑΤΗΡΗ, ΟΣΟ ΩΡΑΙΑ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑ ΤΑ ΑΛΛΑ Η ΚΩΜΩΔΙΑ.




Ήξεις αφήξεις ου εν πολέμω θνήξεις.
Χρησμός του μαντείου των Δελφών.



Το καλύτερο πάντα είναι ν’ αφήσεις το άλογο να πάρει το δρόμο του και να προσποιηθείς ότι είναι ο δικός σου. Δεν υπάρχει πιο κρυφό μυστικό από αυτό ανάμεσα στον αναβάτη και το άλογό του.

Robert Smith Surtees, 1805-1864, Βρετανός συγγραφέας

_________

Στο εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

X 15177

Χάλκινο άγαλμα αλόγου και μικρού αναβάτη, από τη θάλασσα κοντά στο ακρωτήριο Aρτεμίσιο της Eύβοιας
Γύρω στο 140 π.Χ.

Ανασύρθηκε το 1928 και 1937 σε κομμάτια από τη θαλάσσια περιοχή του ακρωτηρίου Aρτεμίσιο της βόρειας Eύβοιας. Ο μικρός, νέγρικης καταγωγής, αναβάτης του αλόγου, που καλπάζει ορμητικά, κρατούσε στο αριστερό χέρι τα ηνία και στο δεξί το μαστίγιο. Στο πρόσωπο, με τις εντονες συσπάσεις και τις αυλακώσεις στο μέτωπο, αποτυπώνεται αγωνία και πάθος. Το εξαιρετικό αυτό έργο είναι γνωστό ως ο Tζόκεϋ του Αρτεμισίου.
Ύψος 2,10μ.

Πηγή: http://www.namuseum.gr/



 Μην κοιτάς ποτέ κάτω για να ελέγξεις το έδαφος, πριν κάνεις το επόμενο βήμα. Μόνο εκείνος που κρατά σταθερά τα μάτια του στο μακρινό ορίζοντα, θα βρει το σωστό δρόμο.

Ανώνυμος



 Ένιωθα βαθιά πως το ανώτατο που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος δεν είναι η Γνώση μήτε η Αρετή, μήτε η Καλοσύνη μήτε η Νίκη· μα κάτι άλλο πιο αψηλό, πιο ηρωικό κι απελπισμένο: Το Δέος, ο ιερός τρόμος.

Νίκος Καζαντζάκης, 1883-1957, Έλληνας συγγραφέας




Η αρχιτεκτονική ξεκινάει όταν τοποθετούμε προσεκτικά δυο τούβλα μαζί. Έτσι αρχίζει.

Mies van der Rohe, 1886-1969, Γερμανός αρχιτέκτονας





Δίδαξέ τους πολιτική και πόλεμο, ώστε οι γιοι τους να μπορούν να σπουδάσουν ιατρική και μαθηματικά, για να δώσουν στα παιδιά τους την ευκαιρία να μελετήσουν ζωγραφική, μουσική και αρχιτεκτονική.

John Quincy Adams, 1767-1848, Αμερικανός πρόεδρος [1825-1829]




Μαζεύω τα σύνεργά μου: όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδιασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε.

Νίκος Καζαντζάκης, 1883-1957, Έλληνας συγγραφέας



  
Η τελευταία πράξη είναι πάντα αιματηρή, όσο ωραία κι αν είναι κατά τα άλλα η κωμωδία. Στο τέλος μας ρίχνουν λίγο χώμα από πάνω, και όλα τελειώνουν για πάντα.

Blaise Pascal, 1623-1662, Γάλλος στοχαστής



Όλες οι φωτογραφίες από τον Αρχαιολογικό χώρο Δελφών και την αγαπημένη μου, Alexandra Mouriopoulou

Eυχαριστώ πάρα πολύ!

Καλημέρα, εκφραστικοί μου!!!

Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Η ΑΥΛΑΙΑ ΕΧΕΙ ΠΕΣΕΙ.


Εκφραστικοί, καλημέρα.
Καλημέρα και καλό μήνα.
Επιτέλους, ήρθε!

Είθε να είναι καλός και να έρθει γρήγορα, με τους καλύτερους μάλιστα οιωνούς, το λατρεμένο Φθινόπωρο. Βιάζομαι ξέρω αλλά πάντα έτσι κάνω στη ζωή μου και μου αρέσει θα έλεγα. Μέχρι να έρθει, μετά βαριέμαι και θέλω κάτι άλλο. Και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται.

Μου πήρε χρόνια να καταλάβω πως τελικά, μπορεί να έχω και αγαπημένο τραγουδιστή.
Πάντα με θυμάμαι να θαυμάζω φωνές, να ακολουθώ τραγούδια, με συγκεκριμένη μορφή ή μορφές όμως δεν θυμάμαι να είχα καποιο ιδιαίτερο "κόλλημα".

Στο σχολείο, τα περισσότερα παιδιά, συνόδευαν τις τσάντες τους με στίχους και με ονόματα καλλιτεχνών και κυρίως συγκροτημάτων. Εγώ πάλι τίποτα, ίσως, αν έβαζα κάτι να ήταν κάνα μπρελόκ, δεν είμαι και σίγουρη όμως. Μπορεί..


Τέλος πάντων.... καλύτερα χωρίς πρότυπα.

Λοιπόν, ένα τραγούδι που με εκφράζει και μου αρέσει και μου τη σπάει:









Στίχοι:  
Νίκος Μπότσας
Μουσική:  
Νίκος Μπότσας


Στο πρόσωπό του τα βρήκε όλα
στο προσωπό της του γέλασ’ η ζωή
ήταν οι δύο που γίναν ένα
δυο ζωές μια ζωή
δυο φωνές μια φωνή
δυο καρδιές να χτυπάνε παρέα
κάθε μέρα γιορτή και μι’ αγάπη τρελή
τότε που όλα κυλούσαν ωραία

Σήμερα βγαίνουν της αγάπης τα μαχαίρια
Σήμερα τ’ όνειρο σκορπά

Και του τη σπάει, του τη σπάει, του τη σπάει πολύ
και πόλεμος ξεσπάει
και της τη σπάει, της τη σπάει, της τη σπάει κι αυτός
κι αυτό δεν το ξεχνάει
και του τη σπάει, του τη σπάει, του τη σπάει πιο πολύ
να βλέπει να πονάει
και το τραβάει κι εκείνος μέχρι αίμα να βγει

Συνεπαρμένοι από το πάθος
έγιναν κάτοικοι του έβδομου ουρανού
όμως εκείνα πάει τελειώσανε
τώρα κάνουν οι δυο μ’ ένα τρόπο σκληρό
κάθε τι που μπορεί να πληγώσει
κάθε τι που μπορεί να ματώσει πολύ
και μι’ αγάπη τρελή να σκοτώσει

Σήμερα βγαίνουν της αγάπης τα μαχαίρια
Σήμερα τ’ όνειρο σκορπά

Και του τη σπάει, του τη σπάει, του τη σπάει πολύ
και πόλεμος ξεσπάει
και της τη σπάει, της τη σπάει, της τη σπάει κι αυτός
κι αυτό δεν το ξεχνάει
και του τη σπάει, του τη σπάει, του τη σπάει πιο πολύ
να βλέπει να πονάει
και το τραβάει κι εκείνος μέχρι αίμα να βγει

Η αυλαία έχει πέσει, τέλειωσε κι η μάχη αυτή
τελειωμένοι και οι δύο ψάχνουν για το νικητή



* Τελικά, δεν έχω αγαπημένο τραγουδιστή, έχω όμως αγαπημένα τραγούδια..


Αφιέρωσις εις κόσμους αλλότινους.